ἄρβηλος

ἄρβηλος
Grammatical information: m.
Meaning: `semicircular knife' used by cobblers (Nic. Th. 423). Also metaph. of a geometrical figure (Papp.); see Mugler, Dict. géom. s.v. Cf. also ἀνάρβηλα· τὰ μη ἐξεσμένα, ἀρβήλοις γὰρ τὰ δέρματα \<ξέουσι\> H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Substr. word; s. Fur. 115 n. 5 on the suffix.
Page in Frisk: 1,130

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἄρβηλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρβηλος — semicircular knife masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρβήλοις — Ἄρβηλος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρβήλοις — ἄρβηλος semicircular knife masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρβήλοισι — Ἄρβηλος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρβήλοισι — ἄρβηλος semicircular knife masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρβήλου — Ἄρβηλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρβήλου — ἄρβηλος semicircular knife masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρβήλων — Ἄρβηλος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρβήλων — ἄρβηλος semicircular knife masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρβήλῳ — Ἄρβηλος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.